Ο Βασιλιάς είναι γυμνός.

Πώς είναι αλήθεια να περπατάς μέσα στον κόσμο σε μια λευκή νύχτα; Στριμωγμένοι ανάμεσα σπασμένο σκοτάδι, καθηλωμένοι σε ουρές, με αυτοκίνητα να περνούν και μυρωδιές από πλανόδιους; Πώς είναι δυνατόν μέσα σε τόσο κόσμο να νοιώθεις μόνος; Και ο Σηκουάνας να τρέχει νωχελικά καθώς νεαροί τραγουδούν στις όχθες του και ο κόσμος στέκεται στα σκαλάκια να ακούσει. Μια στιγμή. Να σταματήσεις. Να ακούσεις. Να νοιώσεις. Να ζήσεις τη δική σου λευκή νύχτα.

Κοιτάζω ένα φύλλο που το παρασέρνει ο αέρας και εκείνο πέφτει σιγά – σιγά στο ποτάμι. Όλα έχουν την θέση τους στην μνήμη, τη ζωή, την καρδιά. Όχι, δεν είναι ο ποταμός Πιέδρα και εσύ δεν είσαι εδώ. Και η καρδιά μου είναι ήδη στην κοίτη του ποταμού.

Τι θα γινόταν αν ο κόσμος σταματούσε και φώναζε «ο Βασιλιάς είναι γυμνός;» Μα ο Βασιλιάς τέτοιες νύχτες δεν είναι γυμνός… απλά διάφανος.

Αυτή τη νύχτα την αγκάλιασα και την πήρα μαζί μου φεύγοντας. Και σηκώνομαι μέρα και νύχτα και πηγαίνω στη δουλειά και εύχομαι να είσαι εκεί. Να σε δω και αν είμαι τυχερή να σ’ αγγίξω. Και το πιο παράξενο από όλα. Εγώ που δεν σταματώ να μιλώ, δεν αρθρώνω λέξη μαζί σου. Οι λέξεις φαντάζουν με βρώμικα, πρόστυχα ρούχα της στιγμής μα εγώ τις αλήθειες μου τις προτιμώ γυμνές… να πέφτουν στα κύματα του Σηκουάνα σε μια λευκή νύχτα.

Θέλω τόσο πολύ να σ’ αγγίξω σαν πρόσωπο και όχι σαν ιδιότητα. Ταμπέλες, στολές, «πρέπει» και αρχές. Προσπαθώ να καταλάβω, να καταπιέσω, να υποκριθώ, να προλάβω να το βάλω στα πόδια… Προσπαθώ δίχως να θέλω… Αφήνομαι να με παρασύρουν ξανά στο τέλος της νύχτας, ανάμεσα στα ψεύτικα φώτα και λέω πως ίσως αύριο να είναι πιο εύκολα. Ίσως αύριο να μην έρθεις στη δουλειά ή ίσως να μην σε δω εγώ. Ίσως να μην μου μιλήσεις. Ίσως να μην με δουν να χαμηλώνω το βλέμμα και να κρύβομαι πίσω από τον καπνό του τσιγάρου.

Και θυμώνω. Θυμώνω με μένα που τόσο καιρό προσπαθώ να μην τρέμω μπροστά σου, που όσα «μη»και να ορθώσω μπροστά σου συνεχίζω να σε θέλω. Θυμώνω με σένα που είναι στιγμές που με κοιτάς και παγώνει ο χρόνος και λέω τώρα με νοιώθει, κάτι υπάρχει εδώ και πυροτεχνήματα φωτίζουν την δική μου λευκή νύχτα. Μα τα πυροτεχνήματα σβήνουν και η δουλειά συνεχίζει. Με παίρνει μαζί της και χάνομαι. Θέλω να σου απλώσω το χέρι και να σου πω «πιάσε με… κράτα με» Και τότε σ’ ακούω να σαρκάζεις κάποιον ή κάτι και αρπάζω γρήγορα τσιγάρο για να μην αρχίσω να σε χτυπάω στο στήθος, να μην σου φωνάξω «σταμάτα! Μη μου το καταστρέφεις! Δεν σε ενοχλώ. Δεν άνοιξα το στόμα μου να σου ζητήσω κάτι. Μη μου το κομματιάζεις. Μη μου το πατάς».

Το ξέρω πως είσαι άνθρωπος. Πως κατεβαίνεις από το βάρθρο σου και είσαι γεμάτος πάθη και αδυναμίες. Όπως όλοι μας. Ειδικά στις διαδρομές μας. Μη με παγώνεις, Μην ξεπέφτεις στα μάτια μου.

Τα φώτα ανάβουν δυνατά τη νύχτα φωτίζοντας επιλεκτικά. Το χέρι μου είναι ακόμα άδειο. Εσύ πέφτεις στη δίνη του χρόνου, στις όχθες του Πιέδρα και εγώ μένω στη θέση μου.
Δεν ξέρω πια τι είναι σωστό και τι είναι λάθος. Τα μόνο που ξέρω είναι πως στο τέλος μένουμε μόνοι. Με τις αρχές μας αν έχουμε. Και αυτές οι αρχές είναι και το τέλος. Χιλιάδες σκέψεις, λέξεις παραταγμένες προελαύνουν με βηματισμό, εν χορδαίς και οργάνοις. Μέχρι τη στιγμή που στεκόμαστε δίπλα-δίπλα και παίζω με τα τσιγάρα και τον αναπτήρα ενώ θέλω να σ’ αγγίξω. Σαν το παιδάκι έξω από το ζαχαροπλαστείο που κολλά τη μούρη του στη βιτρίνα. Αλλά δεν είμαι πια παιδί και έτσι ανάβω τσιγάρο και βυθίζομαι στη σιωπή μέσα στον κόσμο που τρέχει. Θα μπορούσαμε να μην είχαμε βρεθεί. Θα μπορούσαν να ήταν όλα πιο εύκολα. Θα μπορούσε ο Βασιλιάς να ξαναγίνει διάφανος…. Αλλά για την ώρα…. Είναι γυμνός. Δίχως καν μια ιστορία να σκεπάσει τη γύμνια του….

~ από myicicle στο Οκτωβρίου 30, 2009.

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.